vreslarisa.gr

                   

Τέλος εποχής για το παντοπωλείο του Ν. Ανδρεόπουλου στη Μανδηλαρά έπειτα από 67 χρόνια

Τέλος εποχής για το παντοπωλείο του Νίκου Ανδρεόπουλου της οδού Μανδηλαρά στη Λάρισα.


Ένα παντοπωλείο-ορόσημο μιας ολόκληρης περιοχής, μιας ολόκληρης εποχής έκλεισε τις πόρτες του στις 31 Μαΐου.

«Κλειστόν λόγω συνταξιοδότησης» γράφει η ταμπέλα στην τζαμαρία του καταστήματος, όμως η πόρτα είναι μισάνοιχτη. Στέκομαι και παρατηρώ το κατάστημα. Είναι λες και ο χρόνος σταμάτησε κάπου στη δεκαετία του ’60.

Δεν μοιάζει με τα σημερινά καταστήματα με τις εντυπωσιακές επιγραφές και τα γυαλιστερά πατώματα. Η ιστορία του είναι γραμμένη στα ξύλινα ράφια του και στα φθαρμένα πατώματά του, από τα οποία πέρασε όλη η Λάρισα. Είναι από εκείνα τα μπακάλικα που τα παιδιά μας δεν θα γνωρίσουν ποτέ. Ανοίγω την πόρτα και μέσα βλέπω τον κύριο Νίκο να καθαρίζει τα ράφια από τα λιγοστά προϊόντα που απέμειναν. Λίγα μπουκάλια λάδι, μερικά κουτιά κακάο και σάλτσας και κάποιες κονσέρβες οι «εκκρεμότητες» πριν μπει οριστικά το λουκέτο. Όμως ο κύριος Νίκος είναι χαμογελαστός, ευτυχισμένος θα έλεγα. «Είμαι χαρούμενος, μετά από 67 χρόνια κλείνω το κατάστημά μου όχι γιατί πρέπει αλλά γιατί έφτασε η ώρα. Βγαίνω στη σύνταξη και μόνο καλά έχω να θυμάμαι. Φεύγω παίρνοντας μαζί μου αναμνήσεις και χωρίς να έχω ούτε 1 ευρώ χρέος» λέει καθισμένος αναπαυτικά στην καρέκλα πίσω από τον πάγκο της ταμειακής. Εκεί δηλαδή που πέρασε τη μισή του ζωή.

Όση ώρα βρίσκομαι στο παντοπωλείο η πόρτα θα ανοίξει πολλές φορές. Είναι γείτονες και πελάτες του κυρίου Νίκου που περνάνε να πουν μια καλημέρα και να ευχηθούν «Καλή ζωή και καλοφάγωτη η σύνταξη» στον παντοπώλη τους, τον γείτονα, το δικό τους άνθρωπο.

«Αυτή είναι η ζωή μου. Έκανα μια δουλειά που αγάπησα και εισέπραξα και πολλή αγάπη από τον κόσμο. Είχα πελάτες που η σχέση μου μαζί τους κράτησε 50 χρόνια. Ακόμη και όταν ήρθε ο ανταγωνισμός και τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Χαρακτηριστική περίπτωση μιας πελάτισσας-γειτόνισσας που όταν έμαθε ότι κλείνω με πήρε τηλέφωνο και παρήγγειλε ψώνια 80 ευρώ να της τα πάω στο σπίτι. Δεν μπορεί να μετακινείται πια λόγω ηλικίας και ήθελε να με βοηθήσει να μην μείνει εμπόρευμα στο μαγαζί. Μια ζωή από τα νιάτα της, εδώ ερχόταν για να πάρει τον καφέ, το τυρί, το γάλα, τα όσπρια και τη μαναβική της» λέει ο κ. Νίκος… και έχει πολλές ιστορίες ακόμη να πει.



Το παντοπωλείο Ανδρεόπουλου άνοιξε το 1952 στα Σουφλάρια (Αεροδρομίου και Σεφέρη), απέναντι από τα παλιά Δημοτικά Σφαγεία, από τον πατέρα του Μιχάλη Ανδρεόπουλο και λειτούργησε σε εκείνο τον χώρο για μια εικοσαετία, και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στη σημερινή διεύθυνση Μανδηλαρά 24.

«Όταν ήρθαμε στην οδό Μανδηλαρά όλη η γειτονιά μας αγάπησε και την αγαπήσαμε. Η δουλειά πήγαινε πολύ καλά και έτσι μέσα σε λίγα χρόνια το κατάστημα έγινε ιδιόκτητο. Αρχή του καταστήματός μας ήταν «Όλα τοπικά, όλα ελληνικά». Για την εκλεκτή πελατεία μας φέρναμε τα περίφημα φασόλια Καστοριάς, γίγαντες Πρεσπών. Όλα τα όσπριά μας ήταν ασυναγώνιστα. Επίσης εδώ θα ερχόταν κάποιος για να πάρει ντομάτες Σπηλιάς, μπακαλιάρο Νορβηγίας και τυρί φέτα που προμηθευόμασταν μόνο από τη Λάρισα» θυμάται ο κύριος Νίκος. Ιστορίες έχει πολλές να πει, πώς έμαθε τη δουλειά του παντοπώλη δίπλα στον πατέρα του και τη μάνα του, τα αδέρφια του, πώς τα λάδια και τα τυριά του ταξίδευαν με το λεωφορείο για να φτάσουν στους φοιτητές της Αθήνας, πώς κέρδισε την εμπιστοσύνη των πελατών, πώς κατάφερε να επιβιώσει από τη λαίλαπα της κρίσης.

Η αλήθεια είναι ότι όση ώρα μιλά δεν έχει κάτι άσχημο να θυμηθεί, ίσως να μη θέλει κιόλας. Μιλά με πολλή αγάπη για τους πελάτες-φίλους του και τονίζει επανειλημμένα ότι στα 40 χρόνια που λειτούργησε ο ίδιος το παντοπωλείο του φρόντισε να είναι συνεπής και ειλικρινής με όλους όσους συνεργάστηκε. Εξάλλου διετέλεσε και πρόεδρος του Συλλόγου Παντοπωλών Λάρισας και μέλος του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Λάρισας, οπότε ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε από πρώτο χέρι τους κανόνες του εμπορίου. Όπως λέει, οι τιμές του φρόντιζε να είναι ανταγωνιστικές καθώς η κατάσταση με τα μεγάλα σούπερ μάρκετ ήταν δύσκολη, όμως η ποιότητα ήταν για εκείνον το παν και αυτό ο κόσμος το αντιλαμβανόταν. Εκείνος δεν χρωστούσε, όμως υπήρξε και η εποχή που χρειάστηκε να βγάλει το τεφτέρι του. Κάποια τα πήρε πίσω, κάποια όχι, αλλά όπως λέει δεν τον πείραξε ποτέ. «Όταν έχεις έναν πελάτη χρόνια που σε τιμά και βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση πρέπει να τον βοηθήσεις. Δεν μπορείς να ζήσεις με το βάρος ότι κάποιος δεν έχει φαγητό στο σπίτι του. Υπήρξαν και κάποιοι λίγοι που δεν μπόρεσαν να με ξεχρεώσουν, δεν πειράζει μπορούσα να το αντέξω. Νοίκι δεν πλήρωνα, υπαλλήλους δεν είχα, μπορούσα να τα καταφέρω» λέει. Για όλους έχει ένα καλό λόγο να πει. Το γεγονός ότι πλέον δεν θα ξυπνά το πρωί για να πάει για δουλειά στο παντοπωλείο καθόλου δεν τον στεναχωρεί, έχει τα σχέδιά του για το καλοκαίρι. Εξάλλου, ίσως και το παντοπωλείο να μη μείνει και για πολύ καιρό κλειστό αφού σε δύο χρόνια η κόρη του Ευγενία τελειώνει τη φαρμακευτική και ίσως μετατρέψει τον χώρο σε φαρμακείο. Πάντως ο Νίκος Ανδρεόπουλος μπορεί να φεύγει αλλά προειδοποιεί «Σύντομα θα τα πούμε από άλλο μετερίζι»…

Της Νατάσας Πολυγένη
Φωτ.: Βασίλης Ντάμπλης

Πηγή
www.eleftheria.gr

Share

 
 
 
 
Είστε εδώ: